αἰολόδωρος

αἰολό-δωρος, ον,
A bestowing various gifts, Epimenid.19.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιολόδωρος — αἰολόδωρος, ον (Α) αυτός που χαρίζει ποικίλα δώρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰόλος + δωρος < δῶρον] …   Dictionary of Greek

  • αἰολόδωρον — αἰολόδωρος bestowing various gifts masc/fem acc sg αἰολόδωρος bestowing various gifts neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰολόδωροι — αἰολόδωρος bestowing various gifts masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιόλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος… …   Dictionary of Greek

  • ποικιλόδωρος — ον, ΜΑ αυτός που έχει ή, κυρίως δίνει, ποικίλα δώρα, αιολόδωρος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποικίλος + δωρος (< δῶρον), πρβλ. μεγαλό δωρος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.